αρχιεργάτης

GreekEdit

EtymologyEdit

From αρχι- (archi-, arch-) +‎ εργάτης (ergátis, worker).

NounEdit

αρχιεργάτης (archiergátism (plural αρχιεργάτες, feminine αρχιεργάτρια)

  1. foreman, chargehand

DeclensionEdit