αστυνομική ταυτότητα

GreekEdit

NounEdit

αστυνομική ταυτότητα (astynomikí taftótitaf (plural αστυνομικές ταυτότητες)

  1. ID card, identity card, identity document

DeclensionEdit

see: αστυνομικός (astynomikós) and ταυτότητα (taftótita)

SynonymsEdit

Further readingEdit