εκπαραθύρωση

GreekEdit

NounEdit

εκπαραθύρωση ‎(ekparathýrosif ‎(plural εκπαραθυρώσεις)

  1. defenestration
    Η εκπαραθύρωση της Πράγας (The defenestration of Prague)
  2. (figuratively) expel (possibly with violence)

DeclensionEdit