καλλιτεχνικός

GreekEdit

AdjectiveEdit

καλλιτεχνικός ‎(kallitechnikósm, feminine: καλλιτεχνική (kallitechnikí), neuter: καλλιτεχνικό (kallitechnikó)

  1. artistic
    καλλιτεχνικός διεθυντής‎ ― kallitechnikós diethyntís ― artistic director

DeclensionEdit

Read in another language