κεντρικός

GreekEdit

AdjectiveEdit

κεντρικός (kentrikósm (feminine κεντρική, neuter κεντρικό)

  1. central, pivotal, focal, main
    Ο κεντρικός διαχειριστής παρέχει υποστήριξη στους εθνικούς διαχειριστές.
    O kentrikós diacheiristís paréchei ypostírixi stous ethnikoús diacheiristés.
    The central administrator shall provide support to national administrators.

DeclensionEdit

Related termsEdit