κορβανάς

GreekEdit

NounEdit

κορβανάς (korvanásm (plural κορβανάδες)

  1. fund, coffers
    Ο κρατικός κορβανάς είναι άδειος και τρύπιος.
    The national coffers are empty and leaky.
  2. safe, strongbox, coffer
  3. (gambling) kitty, pot

DeclensionEdit

SynonymsEdit