Open main menu

Wiktionary β

Contents

GreekEdit

Alternative formsEdit

EtymologyEdit

Inherited from Ancient Greek κωδώνιον (kōdṓnion), a diminutive of κώδων (kṓdōn, bell).

PronunciationEdit

NounEdit

κουδούνι (koudoúnin (plural κουδούνια)

  1. bell
  2. doorbell
    • 2011, Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα[1]:
      Μια παχουλή γυναίκα πενήντα και βάλε άνοιξε την πόρτα αμέσως μετά τον ήχο του κουδουνιού. Με κοίταξε με μια αγενή έκφραση απορίας. Της πούλησα ένα παραμύθι διαφορετικό από εκείνο που είχα πασάρει μερικά λεπτά πριν στην ένοικο του ημιυπόγειου διαμερίσματος.

DeclensionEdit

SynonymsEdit

Derived termsEdit

Further readingEdit

  • κουδούνι in Triantafyllides, Hidryma (1998) Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek]