Open main menu

μεσογειακός

Contents

GreekEdit

AdjectiveEdit

μεσογειακός (mesogeiakósm (feminine μεσογειακή, neuter μεσογειακό)

  1. Mediterranean
    Το εστιατόριο προσφέρει μεσογειακή κουζίνα. (The restaurant offers Mediterranean cuisine.)
    Η Ελλάδα έχει μεσογειακό κλίμα. (Greece has a Mediterranean climate.)

DeclensionEdit

Related termsEdit

Further readingEdit