πάνω

GreekEdit

Alternative formsEdit

 (Frequency comparison: πάνω (páno): 93%, επάνω (epáno): 7%, απάνω (apáno): 1%  source: Hellenic National Corpus , April 2012)|

EtymologyEdit

From Ancient Greek ἐπάνω (epáno)

AdverbEdit

πάνω (páno)

  1. above, on, up, upstairs
    Μη βάζεις τα πόδια σου πάνω στο τραπέζι!
    Do not put your feet on the table!
    Το γραφείο του βρίσκεται ένα όροφο πάνω/από πάνω από το δικό μου.
    The office is one floor above mine.
    ο πάνω όροφος
    the upper floor
Last modified on 20 August 2013, at 18:19