πάνω

Contents

GreekEdit

Alternative formsEdit

 (Frequency comparison: πάνω ‎(páno): 93%, επάνω ‎(epáno): 7%, απάνω ‎(apáno): 1%  source: Hellenic National Corpus , April 2012)

EtymologyEdit

From Ancient Greek ἐπάνω ‎(epánō)

AdverbEdit

πάνω ‎(páno)

  1. above, on, up, upstairs
    Μη βάζεις τα πόδια σου πάνω στο τραπέζι!
    Do not put your feet on the table!
    Το γραφείο του βρίσκεται ένα όροφο πάνω/από πάνω από το δικό μου.
    The office is one floor above mine.
    ο πάνω όροφος
    the upper floor
Read in another language