παράγοντας

GreekEdit

NounEdit

παράγοντας ‎(parágontasm ‎(plural παράγοντες)

  1. factor (that which contributes to a result)
    Ο ψυχολογικός παράγοντας παίζει σπουδαίο ρόλο στην προετοιμασία των αθλητών.
    The psychological factor plays an important part in the preparation of athletes.

DeclensionEdit