Open main menu

Wiktionary β

συγκεντρώνομαι

GreekEdit

VerbEdit

συγκεντρώνομαι (sygkentrónomai) passive (simple past συγκεντρώθηκα, active συγκεντρώνω)

  1. passive of συγκεντρώνω (sygkentróno)

ConjugationEdit