τριγωνομετρική συνάρτηση

GreekEdit

NounEdit

τριγωνομετρική συνάρτηση (trigonometrikí synártisif (plural τριγωνομετρικές συναρτήσεις)

  1. (mathematics) trigonometric function

See alsoEdit

τριγωνομετρικές συναρτήσεις (trigonometrikés synartíseis, trigonometric functions)

Further readingEdit