Open main menu
  • Second conjugation verbs: "-άω" forms should generally be found ordered under "".
  • Passive translations, when they differ from the active, may be shown in brackets — (ps. start)
  • Forms in brackets are uncommon or of disputed existence — (αβγατίζομαι).
  †   Indicates an absent (or rare) simple past form, the imperfect form may be show instead.
  ‡   Indicates a dialect or colloquial form.
  §   Terms which might be described at 'Older', learned, archaic or Katharevousa.

ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΩ



Active
present
English Active
simple past
Passive
present
Passive
simple past
Passive
perfect participle
δαγκάνω (el) δαγκάνομαι
δαγκώνω (el) δαγκώνομαι
δαιμονίζω (el) δαιμονίζομαι
δαιμονιώ (el)
δαιμονολογώ (el)
δαιμονοποιώ (el)
δάκνω (el)
δακρύζω (el), (βακρύζω)
δακρυρροώ (el)
δακτυλογραφώ (el), δαχτυλογραφώ δακτυλογραφούμαι
δαμάζω (el) δαμάζομαι
δαμαλίζω (el)
δαμασκηνώνω (el)
δανείζω (el) lend δάνεισα δανείζομαι
δανειοδοτώ (el)
δαπανάω (el)
δαπανώ (el) δαπανώμαι, δαπανιέμαι
δασκαλεύω (el)
δασμολογώ (el)
δασύνω (el) δασύνομαι
δασώνω (el)
δαφνοστεφανώνω (el) δαφνοστεφανώνομαι
δειγματίζω (el) δειγματίζομαι
δειλιάζω (el)
δεινοπαθώ (el)
δειπνώ (el)
δείχνω (el), δεικνύω show, point at έδειξα δείχνομαι
δείχτω (el)
δεκάζω (el)
δεκαπλασιάζω (el)
δεκαρολογώ (el)
δεκατίζω (el)
δελεάζω (el) tempt δελέασα δελεάζομαι
δεματιάζω (el)
δεματίζω (el)
δενδροφυτεύω (el)
δεντροφυτεύω (el)
δεντρώνω (el)
δένω (el) tie έδεσα δένομαι
δεξαμενίζω (el)
δεξιώνομαι (el)
δέομαι (el)
δέρνω (el) batter έδειρα δέρνομαι
δεσμεύω (el) δεσμεύομαι
δεσπόζω (el)
δευτερολογώ (el)
δευτερώνω (el)
δέχομαι (el)
δέω (el)
δηγιέμαι (el)
δηλητηριάζω (el) δηλητηριάζομαι
δηλοποιώ (el)
δηλώνω (el) declare δήλωσα δηλώνομαι
δημαγωγώ (el)
δημαρχεύω (el)
δημαρχώ (el)
δημεύω (el) δημεύομαι
δημηγορώ (el)
δημιουργώ (el) create δημιούργησα δημιουργούμαι
δημοκοπώ (el)
δημοκρατούμαι (el)
δημοπρατώ (el)
δημοσιεύω (el) publish δημοσίευσα δημοσιεύομαι
δημοσιογραφώ (el)
δημοσιοποιώ (el) δημοσιοποιούμαι
δημοσκοπώ (el)
δημοτικίζω (el)
δηώ (el)
δηώνω (el)
διαβάζω (el) read διάβασα διαβάζομαι
διαβαθμίζω (el)
διαβαίνω (el) cross διάβηκα
διαβάλλω (el) διαβάλλομαι
διαβεβαιώνω (el) διαβεβαιώνομαι
διαβιβάζω (el) διαβιβάζομαι
διαβιβρώσκω (el)
διαβιώ (el)
διαβιώνω (el)
διαβλέπω (el) foresee διέβλεψα, διείδα
διαβολοστέλνω (el)
διαβουκολώ (el)
διαβουλεύομαι (el)
διαβρέχω (el)
διαβρώνω (el)
διαγγέλλω (el)
διαγιγνώσκω (el)
διαγκωνίζομαι (el)
διαγουμίζω (el) διαγουμίζομαι
διαγραμμίζω (el)
διαγράφω (el) διαγράφομαι
διάγω (el)
διαγωνίζομαι (el)
διαδέχομαι (el)
διαδηλώνω (el) διαδηλώνομαι
διαδίδω (el) διαδίδομαι
διαδίνω (el) διαδίνομαι
διαδραματίζω (el) διαδραματίζομαι
διαζευγνύω (el)
διάζομαι (el)
διαζώνω (el)
διαθερμαίνω (el)
διαθέτω (el)
διαθλώ (el) refract διαθλώμαι
διαθρυλώ (el)
διαιρώ (el) διαιρούμαι
διαιτητεύω (el)
διαισθάνομαι (el)
διαιτώ (el) διαιτώμαι
διαιωνίζω (el) διαιωνίζομαι
διακανονίζω (el)
διακατέχω (el) διακατέχομαι
διάκειμαι (el)
διακηρύσσω (el)
διακηρύττω (el)
διακηρύχνω (el)
διακινδυνεύω (el)
διακινώ (el)
διακλαδίζω (el) διακλαδίζομαι
διακλαδώνω (el) διακλαδώνομαι
διακοινώνω (el)
διακομίζω (el)
διακονεύω (el)
διακονώ (el)
διακόπτω (el) διακόπτομαι
διακορεύω (el)
διακοσμώ (el)
διακριβώνω (el)
διακρίνω (el) διακρίνομαι
διακτινίζω (el)
διακυβερνώ (el)
διακυβεύω (el)
διακυμαίνομαι (el)
διακωδικοποιώ (el)
διακωμωδώ (el)
διαλαλώ (el)
διαλαμβάνω (el)
διαλάμπω (el)
διαλανθάνω (el)
διαλέγω (el) choose διάλεξα διαλέγομαι
διαλείπω (el)
διαλειτουργώ (el)
διαλευκαίνω (el)
διαλλάσσω (el) διαλλάσσομαι
διαλογίζομαι (el)
διαλύζω (el)
διαλύω (el) wreck διέλυσα διαλύομαι
διαμαρτυρώ (el) διαμαρτύρομαι
διαμάχομαι (el)
διαμείβομαι (el)
διαμελίζω (el)
διαμένω (el)
διαμερίζω (el)
διαμερισματοποιώ (el)
διαμεσολαβώ (el)
διαμετακομίζω (el)
διαμετρώ (el)
διαμηνύω (el) διαμηνύομαι
διαμηχανώμαι (el)
διαμιλλώμαι (el)
διαμοιράζω (el) διαμοιράζομαι
διαμορφώνω (el) διαμορφώνομαι
διαμφισβητώ (el)
διανεμίζω (el)
διανέμω (el) distribute διένειμα διαλύομαι
διανεύω (el)
διανθίζω (el) διανθίζομαι
διανθώ (el)
διανοίγω (el)
διανοούμαι (el)
διανυκτερεύω (el), διανυχτερεύω
διανύω (el) διανύομαι
διαολίζω (el)
διαολοστέλνω (el)
διαπαιδαγωγώ (el)
διαπεραιώνω (el) διαπεραιώνομαι
διαπερνάω (el) διαπερνιέμαι
διαπερνώ (el)
διαπιστεύω (el)
διαπιστώνω (el)
διαπλάθω (el)
διαπλάσσω (el)
διαπλατύνω (el)
διαπλέκω (el)
διαπλέω (el)
διαπληκτίζομαι (el)
διαπνέω (el) διαπνέομαι
διαπομπεύω (el)
διαπορθμεύω (el)
διαπορώ (el)
διαποτίζω (el)
διαπραγματεύομαι (el)
διαπράττω (el)
διαπρέπω (el)
διαπυούμαι (el)
διαρθρώνω (el) διαρθρώνομαι
διαρκώ (el) last
διαρμίζω (el)
διαρπάζω (el)
διαρρέω (el) διαρρέομαι
διαρρηγνύω (el) breach διέρρηξα
διαρρήχνω (el)
διαρρυθμίζω (el)
διασαλεύω (el)
διασαφηνίζω (el)
διασαφώ (el)
διασείω (el)
διασκεδάζω (el) διασκεδάζομαι
διασκελίζω (el)
διασκέπτομαι (el)
διασκευάζω (el) διασκευάζομαι
διασκορπίζω (el) διασκορπίζομαι
διασκορπώ (el)
διασπαθίζω (el)
διασπώ (el), διασπάω split διασπώμαι
διασπείρω (el)
διασταυρώνω (el) διασταυρώνομαι
διαστέλλω (el) διαστέλλομαι
διαστίζω (el)
διαστρεβλώνω (el)
διαστρέφω (el)
διαστρωματώνω (el)
διασυμπεριλαμβάνω (el)
διασυνδέω (el)
διασύρω (el)
διασφαλίζω (el)
διασχίζω (el) διασχίζομαι
διασώζω (el)
διασωληνώνω (el)
διατάζω (el)
διαταράζω (el)
διαταράσσω (el)
διατάσσω (el) διατάσσομαι
διατείνομαι (el)
διατελώ (el)
διατέμνω (el)
διατηρώ (el) keep, preserve διατηρούμαι
διατίθεμαι (el)
διατιμώ (el)
διατρανώνω (el)
διατρέφω (el) διατρέφομαι
διατρίβω (el)
διατρυπώ (el)
διατυμπανίζω (el)
διατυπώνω (el) express, voice διατύπωσα διατυπώνομαι
διαυγάζω (el)
διαφαίνομαι (el)
διαφέγγω (el)
διαφεντεύω (el)
διαφέρω (el)
διαφεύγω (el)
διαφημίζω (el) διαφημίζομαι
διαφθείρω (el)
διαφιλονικώ (el)
διαφορίζω (el)
διαφοροποιώ (el) διαφοροποιούμαι
διαφυλάγω (el)
διαφυλάσσω (el)
διαφυλάττω (el)
διαφωνώ (el) disagree
διαφωτίζω (el)
διαχαράζω (el)
διαχαράσσω (el)
διαχειμάζω (el)
διαχειρίζομαι (el)
διαχέω (el) διαχέομαι
διαχύνω (el) διαχύνομαι
διαχωρίζω (el) διαχωρίζομαι
διαψεύδω (el) contradict διέψευσα διαψεύδομαι
διαψύχω (el)
διβολίζω (el)
διδάσκω (el) teach δίδαξα διδάσκομαι
δίδω (el), δίνω bestow, give έδωσα δένομαι
διεγείρω (el)
διέγνωσα (να διαγνώσω) (el)
διεθνοποιώ (el) διεθνοποιούμαι
διεισδύω (el)
διεκδικώ (el)
διεκπεραιώνω (el)
διεκτραγωδώ (el)
διελέγχω (el)
διεμβάλλω (el)
διεμβολίζω (el)
διενεργώ (el)
διεξάγω (el) διεξάγομαι
διεξέρχομαι (el)
διέπω (el) διέπομαι
διερευνώ (el)
διερμηνεύω (el)
διέρχομαι (el)
διερωτώμαι (el)
διευθετώ (el)
διευθύνω (el) διευθύνομαι
διευκολύνω (el)
διευκρινίζω (el) διευκρινίζομαι
διευκρινώ (el)
διευρύνω (el) widen διεύρυνα διευρύνομαι
διηγηματογραφώ (el)
διηγούμαι (el), διηγιέμαι
διηθώ (el) percolate, strain διήθησα διηθούμαι
διημερεύω (el)
διίσταμαι (el)
διισχυρίζομαι (el)
δικάζω (el) δικάζομαι
δικαιοδοτώ (el)
δικαιολογώ (el) δικαιολογούμαι
δικαιούμαι (el)
δικαιώνω (el) δικαιώνομαι
δικηγορώ (el)
δικλώ (el)
δικρανίζω (el)
δικτυώνω (el) δικτυώνομαι
δίνω (el), δίδω give έδωσα δίνομαι
διογκούμαι (el)
διογκώνω (el) διογκώνομαι
διοικητικοποιώ (el)
διοικώ (el)
διολισθαίνω (el)
διομολογώ (el)
διονυσιάζομαι (el)
διοπτεύω (el)
διοργανώνω (el) organise διοργάνωσα διοργανώνομαι
διορθώνω (el) διορθώνομαι
διορίζω (el) διορίζομαι
διορύσσω (el)
διορώ (el)
διοχετεύω (el) διοχετεύομαι
διπλαρώνω (el)
διπλασιάζω (el) διπλασιάζομαι
διπλοκλειδώνω (el)
διπλοπαρκάρω (el)
διπλοψηφίζω (el)
διπλώνω (el)
διποδίζω (el)
δισκοβολώ (el)
διστάζω (el)
διυλίζω (el) διυλίζομαι
διφωσφορυλιώνω (el)
διχάζω (el)
διχαλώνω (el)
διχογνομώ (el)
διχογνωμονώ (el)
διχογνωμώ (el)
διχοτομώ (el)
διψάω (el), διψώ thirst
διψώ (el)
διώκω (el)
διώχνω (el) send away έδιωξα διώχνομαι
δογματίζω (el)
δοκιμάζω (el) try, sample δοκίμασα δοκιμάζομαι
δοκοθέτης (el)
δοκώ (el)
δολιεύομαι (el)
δολιχοδρομώ (el)
δολοπλοκώ (el)
δολοφονώ (el)
δολώνω (el)
δομώ (el)
δονκιχωτίζω (el)
δονώ (el) δονούμαι
δοξάζω (el) praise δόξασα δοκιμάζομαι
δοξαπατρίζω (el)
δοξαρίζω (el)
δοξολογώ (el)
δορυφοροποιώ (el)
δορυφορώ (el)
δουλεύω (el) work δούλεψα δουλεύομαι
δραματοποιώ (el) δραματοποιούμαι
δραπετεύω (el)
δρασκελίζω (el)
δρασκελώ (el)
δραστηριοποιώ (el) δραστηριοποιούμαι
δράττομαι (el)
δραχμοποιώ (el)
δράχνω (el),    αδράχνω →
δρεπανίζω (el)
δρέπω (el)
δρομολογώ (el)
δροσερεύω (el)
δροσίζω (el) δροσίζομαι
δροσολογώ (el) δροσολογούμαι
δρω (el) act
δύναμαι (el), δύνομαι
δυναμιτίζω (el) δυναμιτίζομαι
δυναμώνω (el)
δυναστεύω (el)
δυσανασχετώ (el)
δυσαρεστώ (el) δυσαρεστούμαι
δυσθυμώ (el)
δυσκολεύω (el) complicate δυσκόλεψα δυσκολεύομαι
δυσλειτουργώ (el)
δυσπιστώ (el)
δυστοκώ (el)
δυστροπώ (el)
δυστυχώ (el)
δυσφημίζω (el)
δυσφημώ (el)
δυσφορώ (el)
δυσχεραίνω (el)
δύω (el)
δώνω (el)
δωρίζω (el) δωρίζομαι
δωροδοκώ (el) δωροδοκούμαι
δωροληπτώ (el)
δωρώ (el)



SourcesEdit