Last modified on 20 August 2013, at 18:00




  • IPA(key): /ˈkɔvɔ/
  • Hyphenation: κό‧βω


From Ancient Greek κόπτω (kóptō, cut, damage, strike).


κόβω (kóvo) simple past: έκοψα (ékopsa)

  1. cut, chop, divide, carve, slice (into parts)
    Πότε θα κόψουμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα;
    When shall we cut the New Year pie?
  2. cut, trim, prune (reduce by cutting)
    Το κείμενο είναι πολύ μεγάλο, να κόψουμε κάτι.
    There is too much text, we need to cut something.
  3. take a shortcut, cut
  4. cut (pack of playing cards)
  5. cut, quit (cigarettes, gambling)
  6. drop-out, quit (school, course)
    Έκοψε τάξεις του.
    He cut his classes.
  7. strike, mint (coins and medals)
  8. interrupt, cut short, cut off (conversation)


Derived termsEdit

  • κόβει το μάτι του (to not miss a trick)
  • κόβω δρόμο (take a short cut)
  • το κόβω με τα πόδια (to go on foot)
  • με κόβει το κρύο (to be freezing cold)
  • μου κόβεται η όρεξη (to lose your appetite)