στρατιά
Greek
Noun
στρατιά (stratiá) f, plural στρατιές
- (military) army (especially a very large one)
- οι στρατιές του Χίτλερ απειλούσαν την Ευρώπη
- Hitler's armies threatened Europe.
- ο διοικητής της Πρώτης Στρατιάς ...
- The commanding General of the First Army ...
- οι στρατιές του Χίτλερ απειλούσαν την Ευρώπη
- (figuratively) army, a large mass people
- Mια στρατιά εργατών ...
- An army of labourers ...
- Mια στρατιά εργατών ...
Declension
declension of στρατιά
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | στρατιά | στρατιές |
| genitive (γενική) | στρατιάς | στρατιών |
| accusative (αιτιατική) | στρατιά | στρατιές |
| vocative (κλητική) | στρατιά | στρατιές |
Synonyms
Related terms
- see: στρατός m (stratós)