έρχομαι στα χέρια

GreekEdit

PronunciationEdit

  • IPA(key): /ˈeɾxome sta ˈçeɾʝa/
  • Hyphenation: έρ‧χο‧μαι στα χέ‧ρια

VerbEdit

έρχομαι στα χέρια (érchomai sta chéria) (literally: to come to arms)

  1. (idiomatic) come to blows (to fight physically)
    Ευτυχώς που ήταν εδώ ο πατέρας σου, διότι κόντεψαν να έρθουν στα χέρια οι δύο τους.
    Eftychós pou ítan edó o patéras sou, dióti kóntepsan na érthoun sta chéria oi dýo tous.
    It was lucky that your father was here because the two of them nearly came to blows.

SynonymsEdit