αγαπιέμαι

GreekEdit

PronunciationEdit

  • IPA(key): /a.ɣaˈpçe.me/
  • Hyphenation: α‧γα‧πιέ‧μαι

VerbEdit

αγαπιέμαι (agapiémai) passive (past αγαπήθηκα, ppp αγαπημένος, active αγαπάω/αγαπώ)

  1. be loved
    Η μουσική αγαπιέται από πολλούς ανθρώπους.I mousikí agapiétai apó polloús anthrópous.Music is loved by many people.
    Ο άντρας και η γυναίκα του αγαπιούνται.O ántras kai i gynaíka tou agapioúntai.The man and his wife love each other.
    Τα έργα του Σαίξπηρ αγαπήθηκαν σε όλον τον κόσμο.
    Ta érga tou Saíxpir agapíthikan se ólon ton kósmo.
    Shakespeare's works have been loved (were loved) all over the world.

ConjugationEdit

see this verb's full conjugation at: αγαπάω (agapáo)

Related termsEdit