αναξιοποίητος

Greek edit

Etymology edit

αν- (an-) privative + αξιοποι(ώ) (axiopoi(ó), develop) +‎ -τος (-tos, suffix for adjectives)

Adjective edit

αναξιοποίητος (anaxiopoíitosm (feminine αναξιοποίητη, neuter αναξιοποίητο)

  1. unexploited

Declension edit