αντικαθίσταμαι

GreekEdit

VerbEdit

αντικαθίσταμαι (antikathístamai) passive (past αντικαταστάθηκα, ppp αντικατεστημένος, active αντικαθιστώ)

  1. passive form of αντικαθιστώ (antikathistó)

ConjugationEdit

This verb needs an inflection-table template.