Contents

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek διάθεσις(diáthesis, disposition)

NounEdit

διάθεση ‎(diáthesif ‎(plural διαθέσεις)

  1. disposal, (available for use)
    Οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στην διάθεση του προπονητή.
    Oi paíktes tis omádas epéstrepsan apó tis diakopés tous kai téthikan stin diáthesi tou proponití.
    The squad has returned from their holidays and are available to the coach.
  2. mood, disposition
    Σήμερα έχασα το ρολόι μου και δεν έχω διάθεση να διασκεδάσω.
    Símera échasa to rolói mou kai den écho diáthesi na diaskedáso.
    I lost my watch today and I am in no mood to enjoy myself.
  3. spirit
    αγωνιστική διάθεση‎ ― agonistikí diáthesi ― fighting spirit

DeclensionEdit