εργαζόμενος

GreekEdit

AdjectiveEdit

εργαζόμενος (ergazómenosm (feminine εργαζόμενη, neuter εργαζόμενο)

  1. employed

DeclensionEdit

NounEdit

εργαζόμενος (ergazómenosm (plural εργαζόμενοι, feminine εργαζόμενη)

  1. employed person, worker

DeclensionEdit

SynonymsEdit