μέλλον

GreekEdit

EtymologyEdit

Originally the neuter gender of the adjective μέλλων

NounEdit

μέλλον (méllonn (plural μέλλοντα)

  1. the future
    το μέλλον θα δείξει
  2. a promising future
    αυτή η εφεύρεση έχει μέλλον

DeclensionEdit

Last modified on 29 March 2014, at 22:41