υπερβολικές

GreekEdit

AdjectiveEdit

υπερβολικές (ypervolikés)

  1. Nominative plural feminine form of υπερβολικός (ypervolikós).
  2. Accusative plural feminine form of υπερβολικός (ypervolikós).
  3. Vocative plural feminine form of υπερβολικός (ypervolikós).