πραγματικός
Ancient Greek
Etymology
From πρᾶγμα (pragma, “a thing done, a fact”).
Pronunciation
- (5th BC Attic): IPA: /praɡmatikós/
- (1st BC Egyptian): IPA: /praɣmatikós/
- (4th AD Koine): IPA: /praɣmatikós/
- (10th AD Byzantine): IPA: /praɣmatikós/
- (15th AD Constantinopolitan): IPA: /pɾaɣmatikós/
Adjective
πραγματικός m, πραγματική f, πραγματικόν n; first/second declension; (pragmatikos)
- fit for action or business; businesslike, statesmanlike
- (of things);
- relating to subject-matter
- (magic) effective spell
- troublesome, formidable (of a citadel)
Inflection
First and second declension of πραγματικός, πραγματική, πραγματικόν
| Number | Singular | Dual | Plural | |||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Case \ Gender | Masculine | Feminine | Neuter | Masculine | Feminine | Neuter | Masculine | Feminine | Neuter | |||
| Nominative | πραγματικός | πραγματική | πραγματικόν | πραγματικώ | πραγματικά | πραγματικώ | πραγματικοί | πραγματικαί | πραγματικά | |||
| Genitive | πραγματικοῦ | πραγματικῆς | πραγματικοῦ | πραγματικοῖν | πραγματικαῖν | πραγματικοῖν | πραγματικῶν | πραγματικῶν | πραγματικῶν | |||
| Dative | πραγματικῷ | πραγματικῇ | πραγματικῷ | πραγματικοῖν | πραγματικαῖν | πραγματικοῖν | πραγματικοῖς | πραγματικαῖς | πραγματικοῖς | |||
| Accusative | πραγματικόν | πραγματικήν | πραγματικόν | πραγματικώ | πραγματικά | πραγματικώ | πραγματικούς | πραγματικάς | πραγματικά | |||
| Vocative | πραγματικέ | πραγματική | πραγματικόν | πραγματικώ | πραγματικά | πραγματικώ | πραγματικοί | πραγματικαί | πραγματικά | |||
References
- πραγματικός in A Greek-English Lexicon by Liddell & Scott, Clarendon Press, Oxford, 1940
Greek
Adjective
πραγματικός m (pragmatikós) feminine πραγματική, neuter πραγματικό
Declension
positive forms of πραγματικός
| number case \ gender |
singular | plural | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | πραγματικός | πραγματική | πραγματικό | πραγματικοί | πραγματικές | πραγματικά |
| genitive | πραγματικού | πραγματικής | πραγματικού | πραγματικών | πραγματικών | πραγματικών |
| accusative | πραγματικό | πραγματική | πραγματικό | πραγματικούς | πραγματικές | πραγματικά |
| vocative | πραγματικέ | πραγματική | πραγματικό | πραγματικοί | πραγματικές | πραγματικά |
| derivations | comparative: πιο + positive forms (eg "πιο πραγματικός", etc) relative superlative: ο πιο + positive forms (eg "ο πιο πραγματικός", etc) |
|||||
Derived terms
- πραγματιστής m (pragmatistís, “pragmatist”)
- πραγματίστρια f (pragmatístria, “pragmatist”)
- πραγματικός αριθμός m (pragmatikós arithmós, "real number")
Antonyms
- φανταστικός (fantastikós, “imaginary”)