άκακος

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek ἄκᾰκος. Morphologically, ά- (á-, not) +‎ κακός (kakós, bad, evil).

PronunciationEdit

  • IPA(key): /ˈakakos/
  • Hyphenation: ά‧κα‧κος

AdjectiveEdit

άκακος (ákakosm (feminine άκακη, neuter άκακο)

  1. harmless
    Αυτό το φάρμακο είναι άκακο, δεν έχει παρενέργειες.
    Aftó to fármako eínai ákako, den échei parenérgeies.
    This medicine is harmless, it has no side effects.
    Synonyms: αβλαβής (avlavís), ακίνδυνος (akíndynos)
    Antonyms: βλαβερός (vlaverós), επιζήμιος (epizímios)
  2. (figuratively) harmless
    Είναι άκακος, σωστό αρνί.Eínai ákakos, sostó arní.He is harmless, a real lamb.
    Ήταν ένα άκακο πείραγμα.Ítan éna ákako peíragma.It was harmless teasing.
    Synonym: αθώος (athóos) (innocent)

DeclensionEdit