ακατανόητα

GreekEdit

AdjectiveEdit

ακατανόητα (akatanóita)

  1. Nominative plural neuter form of ακατανόητος (akatanóitos).
  2. Accusative plural neuter form of ακατανόητος (akatanóitos).
  3. Vocative plural neuter form of ακατανόητος (akatanóitos).