ανύμφευτος

GreekEdit

AdjectiveEdit

ανύμφευτος (anýmfeftosm (feminine ανύμφευτη, neuter ανύμφευτο)

  1. unmarried, single
    Synonyms: άγαμος (ágamos), ανύπαντρος (anýpantros), απάντρευτος (apántreftos)
    Antonym: έγγαμος (éngamos)

DeclensionEdit