Open main menu

Wiktionary β

Contents

GreekEdit

Imperfective tenses Perfective tenses
Non-past tenses Present Dependent
1 sg γράφω γράψω
2 sg γράφεις γράψεις
3 sg γράφει γράψει
1 pl γράφουμε , γράφομε γράψουμε , γράψομε
2 pl γράφετε γράψετε
3 pl γράφουν , γράφουνε γράψουν , γράψουνε
Past tenses Imperfect Simple past
1 sg έγραφα έγραψα
2 sg έγραφες έγραψες
3 sg έγραφε έγραψε
1 pl γράφαμε γράψαμε
2 pl γράφατε γράψατε
3 pl έγραφαν , γράφανε , γράφαν έγραψαν , γράψανε , γράψαν

EtymologyEdit

From Ancient Greek μάχαιρα (mákhaira, small sword)

NounEdit

μαχαίρι (machaírin (plural μαχαίρια)

  1. (cutlery) knife
  2. dagger
  3. guillotine (for cutting paper)

DeclensionEdit

Related termsEdit

Further readingEdit