Open main menu

Wiktionary β

περισσότερος

Contents

Greek

Adjective

περισσότερος (perissóteros)

  1. comparative degree of πολύς (polýs), more
    Ο αδελφός μου έχει περισσότερα χρήματα από μένα.O adelfós mou échei perissótera chrímata apó ména.My brother has more money than me.

Usage notes

Combination with the definite article produces the relative superlative form: ο περισσότερος (o perissóteros, most)

οι περισσότεροι άνθρωποιoi perissóteroi ánthropoimost people

Declension