προμηθεύω

Greek

edit

Pronunciation

edit
  • IPA(key): /pɾo.miˈθe.vo/
  • Hyphenation: προ‧μη‧θεύ‧ω

Verb

edit

προμηθεύω (promithévo) (past προμήθευσα/προμήθεψα, passive προμηθεύομαι, p‑past προμηθεύθηκα/προμηθεύτηκα)

  1. to provide, supply
    Η οργάνωση προμήθευε καθαρό νερό στα παιδιά για δεκαετίες.
    I orgánosi promítheve katharó neró sta paidiá gia dekaetíes.
    The organisation provided clean water to the children for decades.

Conjugation

edit
edit

See also

edit