υπέρυθρος

GreekEdit

AdjectiveEdit

υπέρυθρος (ypérythrosm (feminine υπέρυθρη, neuter υπέρυθρο)

  1. (physics) infrared
    υπέρυθρη ακτινοβολία (infrared radiation)
  2. rufous, reddish
  3. ruddy, rubicund

DeclensionEdit