Open main menu

Wiktionary β

See also: ὅπως

GreekEdit

AdverbEdit

όπως (ópos)

  1. as, like
    άρχισαν να μιλούν όπως πρώτα
    they started to talk as before

PrepositionEdit

όπως (ópos)

  1. as, like
    όπως τον παλιό καλό καιρό
    like the good old days