Last modified on 26 July 2014, at 23:50

όπως

GreekEdit

AdverbEdit

όπως (ópos)

  1. as, like
    άρχισαν να μιλούν όπως πρώτα
    they started to talk as before

ConjunctionEdit

όπως (ópos)

  1. as, like
    όπως τον παλιό καλό καιρό
    like the good old days