όπως

GreekEdit

AdverbEdit

όπως ‎(ópos)

  1. as, like
    άρχισαν να μιλούν όπως πρώτα
    they started to talk as before

ConjunctionEdit

όπως ‎(ópos)

  1. as, like
    όπως τον παλιό καλό καιρό
    like the good old days
Read in another language