όπως

GreekEdit

AdverbEdit

όπως (ópos)

  1. as, like
    άρχισαν να μιλούν όπως πρώτα
    they started to talk as before

ConjunctionEdit

όπως (ópos)

  1. as, like
    όπως τον παλιό καλό καιρό
    like the good old days
Last modified on 28 September 2013, at 16:42