συσσωρεύω

GreekEdit

PronunciationEdit

  • IPA(key): /si.soˈɾe.vo/
  • Hyphenation: συσ‧σω‧ρεύ‧ω

VerbEdit

συσσωρεύω (syssorévo) (past συσσώρευσα, passive συσσωρεύομαι, p‑past συσσωρεύτηκα/ συσσωρεύθηκα, ppp συσσωρευμένος)

  1. accumulate

ConjugationEdit

Related termsEdit