τροφοδοτώ

GreekEdit

PronunciationEdit

  • IPA(key): /tɾo.fo.ðoˈto/
  • Hyphenation: τρο‧φο‧δο‧τώ

VerbEdit

τροφοδοτώ (trofodotó) (past τροφοδότησα, passive τροφοδοτούμαι, p‑past τροφοδοτήθηκα, ppp τροφοδοτημένος)

  1. supply, provision
  2. provide (necessities)

ConjugationEdit

Related termsEdit