όποιο

See also: οποίο and όπιο

GreekEdit

PronunciationEdit

  • IPA(key): /ˈopço/
  • Hyphenation: ό‧ποιο

PronounEdit

όποιο (ópoio)

  1. Accusative singular masculine form of όποιος (ópoios).
  2. Nominative and accusative singular neuter form of όποιος (ópoios).