παίρνω

GreekEdit

EtymologyEdit

From Koine επαίρνω (epairnō), from Ancient Greek ἐπαίρω (epairō, to lift up, to rouse)

VerbEdit

παίρνω (paírno);  simple past: πήρα (píra);  passive form: παίρνομαι (paírnomai)

  1. take, get, move
    Πήρα γράμμα από τον αδερφό μου. (I got a letter from my brother.)
    Παίρνω τρεις εβδομάδες άδεια το χρόνο. (I take three weeks leave a year.)
    Παίρνω λαχανικά από το σουπερμάρκετ. (I get vegetables from the supermarket.)
    Ο πατέρας μου παίρνει πέντε χάπια κάθε μέρα. (My father takes five pills every day.)
    Παίρνει το σκουπίδι από το πάτωμα και το πετά στο καλάθι απορριμάτων. (He picks up the rubbish from the floor and throws it in the bin.)
    Η κυβέρνηση θα πάρει πιο τολμηρά μέτρα. (The government will take bolder measures.)
  2. gain
    Παίρνω 1 κιλό το μήνα. (I put on 1 kilo a month.)

ConjugationEdit

Related termsEdit

See alsoEdit

Last modified on 4 April 2014, at 05:58