περιλαμβάνω

GreekEdit

PronunciationEdit

  • IPA(key): /pe.ɾi.laɱˈva.no/
  • Hyphenation: πε‧ρι‧λαμ‧βά‧νω

VerbEdit

περιλαμβάνω (perilamváno) (past περιέλαβα, passive περιλαμβάνομαι, p‑past περιλήφθηκα)

  1. contain, include

ConjugationEdit

Related termsEdit

and see: περί (perí, about, concerning, preposition) & λαμβάνω (lamváno, receive)

See alsoEdit