χαρακτηριστικό

GreekEdit

AdjectiveEdit

χαρακτηριστικό ‎(charaktiristikó)

  1. Accusative masculine singular form of χαρακτηριστικός(charaktiristikós).
  2. Nominative neuter singular form of χαρακτηριστικός(charaktiristikós).
  3. Accusative neuter singular form of χαρακτηριστικός(charaktiristikós).
  4. Vocative neuter singular form of χαρακτηριστικός(charaktiristikós).