Open main menu

GreekEdit

AdverbEdit

ως (os)

  1. as
    Να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.   (To accept things as they are.)

ParticleEdit

ως (os)

  1. as
    Σας μιλώ ως επιστήμονας.   (I speak to you as a scientist.)
    Αντιμετωπίστε καθετί νέο ως πρόκληση!   (Treat everything new as a challenge!)

PrepositionEdit

ως (os)

  1. (position): to, as far as
    πάω ως την άκρη του κόσμου.   (I go to the end of the world.)
  2. (time): until, before, by
    Θα είμαι στο σπίτι ως τις έξι.   (I'll be home before six.)

SynonymsEdit