Contents

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek δημόσιος.

PronunciationEdit

  • IPA(key): [ðiˈmosios]
  • Hyphenation: δη‧μό‧σι‧ος

AdjectiveEdit

δημόσιος (dimósiosm (feminine δημόσια, neuter δημόσιο)

  1. public
    δημόσια υγεία (public health)
    δημόσιο συμφέρον (public interest)
    δημόσια ζωή (public life)
    δημόσια εικόνα (public image)
    δημόσια εμφάνιση (public appearance)

DeclensionEdit

Related termsEdit

see: δήμος m (dímos, municipality, the people)