ελέγχω

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek ἐλέγχω (elenkhō)

VerbEdit

ελέγχω (eléncho);  simple past: έλεγξα (élenxa);  passive form: ελέγχομαι (elénchomai)

  1. question, check, test
  2. control, check, monitor
  3. audit

ConjugationEdit

Related termsEdit

  • ελεγκτήριο (elegktírio)
  • ελεγκτής (elegktís)
  • ελεγκτικός (elegktikós)
  • ελέγκτρια (elégktria)
  • ελέγξιμος (elénximos)
  • ελεγξιμότητα (elenximótita)
  • έλεγχος m (élenchos)
Last modified on 28 March 2014, at 05:02