διαλυτικά

Greek edit

Etymology edit

Nominalization of the neuter plural of the adjective διαλυτικός (dialytikós, separating).

Pronunciation edit

Noun edit

διαλυτικά (dialytikán pl

  1. (grammar) diaeresis (UK), dieresis (US), umlaut

Declension edit

See also edit

.   τελεία 
,   κόμμα 
:   δύο τελείες 
·   άνω τελεία 
;   ερωτηματικό 
!   θαυμαστικό 
« »   εισαγωγικά 
"       εισαγωγικά 
'       εισαγωγικά 
'     απόστροφος 
¨   διαλυτικά 
΄   τόνος 
  ενωτικό 
  παύλα 
  αποσιωπητικά 
  ( )     παρένθεση 
  [ ]     αγκύλη 
  { }     άγκιστρο 
» :   ομοιωματικά 
see also: Greek Punctuation and Greek alphabet (Diacritics)

Further reading edit