ερωτηματικό

Greek edit

Etymology edit

From ερωτηματικός (erotimatikós, questioning).

Noun edit

ερωτηματικό (erotimatikón (plural ερωτηματικά)

  1. (grammar, typography) question mark, represented in Greek text by the semicolon ;

Declension edit

See also edit

.   τελεία 
,   κόμμα 
:   δύο τελείες 
·   άνω τελεία 
;   ερωτηματικό 
!   θαυμαστικό 
« »   εισαγωγικά 
"       εισαγωγικά 
'       εισαγωγικά 
'     απόστροφος 
¨   διαλυτικά 
΄   τόνος 
  ενωτικό 
  παύλα 
  αποσιωπητικά 
  ( )     παρένθεση 
  [ ]     αγκύλη 
  { }     άγκιστρο 
» :   ομοιωματικά 
see also: Greek Punctuation and Greek alphabet (Diacritics)

Adjective edit

The template Template:el-adj-form does not use the parameter(s):
1=erotimatikó
Please see Module:checkparams for help with this warning.

ερωτηματικό (erotimatikó)

  1. Nominative neuter singular form of ερωτηματικός (erotimatikós).
  2. Accusative masculine singular form of ερωτηματικός (erotimatikós).
  3. Accusative neuter singular form of ερωτηματικός (erotimatikós).
  4. Vocative neuter singular form of ερωτηματικός (erotimatikós).

Further reading edit