This "work in progress" is an arbitrary list of Greek verbs together with their chief inflected forms.

 Users are warned — these tables will contain errors

  • Sometimes forms will be listed together, eg under "" forms may be found "-άω" and "-'ιζω" forms.
  • Passive translations, when they differ from the active, may be shown thus: startpass
  †   Indicates an absent (or rare) simple past form, the imperfect form may be shown instead.
  ‡   Indicates an idiomatic, colloquial or dialect form.
  §   Terms which might be described at 'Older', learned, archaic or Katharevousa.
 ()   Terms in brackets are less common or of disputed existence.
English Active
simple past
simple past
perfect participle
επαγγέλλομαι (el)
επαγρυπνώ (el)
επάγω (el)
επαινώ (el) επαινούμαι
επαίρομαι (el)
επαιτώ (el)
επακολουθώ (el)
επακουμβώ (el)
επαλείφω (el) επαλείφομαι
επαληθεύω (el) επαληθεύομαι
επαμφοτερίζω (el)
επαναβεβαιώνω (el)
επαναβλέπω (el)
επαναγοράζω (el)
επανάγω (el)
επαναδιαπραγματεύομαι (el)
επαναδιατάσσω (el)
επαναδιατυπώνω (el)
επαναδιορίζω (el)
επαναδιοχετεύω (el)
επαναδραστηριοποιώ (el)
επανακαθορίζω (el)
επανακάμπτω (el)
επανακρίνω (el)
επανακτώ (el)
επανακυκλοφορώ (el)
επαναλαμβάνω (el) επαναλαμβάνομαι
επαναλειτουργώ (el)
επαναμισθώνω (el)
επαναπατρίζω (el) επαναπατρίζομαι
επαναπαύω (el) επαναπαύομαι
επαναπέμπω (el)
επαναποστέλλω (el)
επαναπροσδιορίζω (el)
επαναπροσλαμβάνω (el),    αναπροσλαμβάνω →
επαναπροωθώ (el)
επαναρχίζω (el)
επαναστατικοποιώ (el)
επαναστατώ (el)
επανασυγκολλώ (el)
επανασυγκροτώ (el)
επανασυναρμολογώ (el) επανασυναρμολογούμαι
επανασυνδέω (el)
επανασχεδιάζω (el)
επαναταξινομώ (el)
επανατοποθετώ (el) επανατοποθετούμαι
επαναφέρω (el)
επανδρώνω (el) επανδρώνομαι
επανεγγράφω (el)
επανεγκαθιστώ (el)
επανεισάγω (el)
επανεκδίδω (el)
επανεκλέγω (el)
επανεκμισθώνω (el)
επανεκπαιδεύω (el)
επανεμφανίζω (el)
επανενεργοποιώ (el)
επανεντάσσω (el)
επανενώνω (el)
επανεξάγω (el)
επανεξετάζω (el)
επανεπενδύω (el)
επανεπιβεβαιώνω (el)
επανέρχομαι (el)
επανιδρύω (el) επανιδρύομαι
επανοξειδώνω (el)
επανορθώνω (el)
επαπειλώ (el) επαπειλούμαι
επαργυρώνω (el)
επαρκώ (el)
επαυξάνω (el)
επαφίεμαι (el)
επείγω (el) επείγομαι
επεκτείνω (el) επεκτείνομαι
επελαύνω (el)
επεμβαίνω (el) interfere επέμβηκα
επενδύω (el)
επενεργώ (el)
επεξεργάζομαι (el)
επεξηγώ (el)
επέρχομαι (el)
επερωτώ (el)
επευφημώ (el)
επέχω (el)
επηρεάζω (el) affect επηρέασα επηρεάζομαι