This "work in progress" is an arbitrary list of Greek verbs together with their chief inflected forms.

 Users are warned — these tables will contain errors

  • Sometimes forms will be listed together, eg under "" forms may be found "-άω" and "-'ιζω" forms.
  • Passive translations, when they differ from the active, may be shown thus: startpass
  †   Indicates an absent (or rare) simple past form, the imperfect form may be shown instead.
  ‡   Indicates an idiomatic, colloquial or dialect form.
  §   Terms which might be described at 'Older', learned, archaic or Katharevousa.
 ()   Terms in brackets are less common or of disputed existence.
English Active
simple past
simple past
perfect participle
επιβαίνω (el)
επιβάλλω (el) impose επέβαλα επιβάλλομαι
επιβαρύνω (el) επιβαρύνομαι
επιβεβαιώνω (el) επιβεβαιώνομαι
επιβιβάζω (el) επιβιβάζομαι
επιβιώνω (el)
επιβλέπω (el)
επιβοηθώ (el)
επιβουλεύομαι (el)
επιβραβεύω (el)
επιβραδύνω (el)
επιγράφω (el) inscribe, entitle επέγραψα επιγράφομαι επιγράφτηκα, επιγράφηκα (επιγραμμένος, επιγεγραμμένος)
επιδαψιλεύω (el)
επιδεικνύω (el) επιδεικνύομαι
επιδεινώνω (el) επιδεινώνομαι
επιδείχνω (el) επιδείχνομαι
επιδένω (el)
επιδέχομαι (el)
επιδημώ (el)
επιδίδω (el) επιδίδομαι
επιδικάζω (el)
επιδίνω (el)
επιδιορθώνω (el) επιδιορθώνομαι
επιδιώκω (el)
επιδοκιμάζω (el) επιδοκιμάζομαι
επιδοτώ (el)
επιδράμω (el)
επιδράω (el)
επιδρώ (el) influence
επιζητώ (el)
επιζώ (el)
επιθέτω (el)
επιθεωρώ (el)
επιθυμώ (el),    αποθυμώ → long for
επικάθημαι (el)
επικάθομαι (el)
επικαθορίζω (el)
επικαίω (el)
επικαλούμαι (el)
επικαλύπτω (el) επικαλύπτομαι
επικαρπούμαι (el)
επικαρπώνομαι (el)
επικασσιτερώνω (el) επικασσιτερώνομαι
επίκειμαι (el)
επικεντρώνω (el) επικεντρώνομαι
επικηρύσσω (el)
επικηρώνω (el)
επικοινωνικοποιώ (el)
επικοινωνώ (el)
επικολλώ (el)
επικονιάζω (el) επικονιάζομαι
επικουρώ (el)
επικρατώ (el)
επικρέμαμαι (el)
επικρίνω (el) επικρίνομαι
επικροτώ (el)
επικρούω (el)
επικύπτω (el)
επικυρώνω (el)
επιλαμβάνομαι (el)
επιλέγω (el) choose επέλεξα επιλέγομαι
επιλύνω (el)
επιλύω (el) επιλύομαι
επιμαρτυρώ (el)
επιμελούμαι (el)
επιμένω (el) insist επέμεινα
επιμερίζω (el) επιμερίζομαι
επιμεταλλώνω (el)
επιμετρώ (el)
επιμηκύνω (el)
επιμολύνω (el)
επιμορφώνω (el) επιμορφώνομαι
επινέμω (el)
επινεύω (el)
επινικελώνω (el)
επινοώ (el)
επιορκώ (el)
επιπάσσω (el)
επιπεδώ (el)
επιπεδώνω (el)
επιπίπτω (el)
επιπλέω (el)
επιπλήττω (el)
επιπλώνω (el) επιπλώνομαι
επιπολάζω (el)
επιπωματίζω (el)
επιρρίπτω (el)
επισείω (el) brandish, threaten επέσεισα επισείομαι επισείστηκα
επισημαίνω (el) επισημαίνομαι
επισημοποιώ (el) επισημοποιούμαι
επισιτίζω (el)
επισκέπτομαι (el)
επισκευάζω (el) επισκευάζομαι
επισκιάζω (el) επισκιάζομαι
επισκοπώ (el)
επισκοτίζω (el)
επισμαλτώνω (el)
επισπεύδω (el)
επιστάζω (el)
επιστατώ (el)
επιστεγάζω (el)
επιστέφω (el)
επιστρατεύω (el) επιστρατεύομαι
επιστρέφω (el) επιστρέφομαι
επιστρώνω (el)
επισυμβαίνω (el)
επισυνάπτω (el) επισυνάπτομαι
επισύρω (el)
επισφραγίζω (el)
επισωρεύω (el)
επιτάσσω (el)
επιταχύνω (el) επιταχύνομαι
επιτείνω (el)
επιτέλλω (el)
επιτελώ (el)
επιτηδεύομαι (el)
επιτηρώ (el) επιτηρούμαι
επιτίθεμαι (el)
επιτιμώ (el)
επιτρέπω (el) permit επέτρεψα επιτρέπομαι
επιτρέχω (el)
επιτροπεύω (el)
επιτυγχάνω (el), πετυχαίνω achieve επέτυχα, πέτυχα επιτυγχάνομαι επιτεύχθηκα επιτυχημένος
επιτυχαίνω (el)
επιφαίνομαι (el)
επιφέρω (el)
επιφοιτώ (el)
επιφορτίζω (el) επιφορτίζομαι
επιφυλάσσω (el) επιφυλάσσομαι
επιχαίρω (el)
επιχαλκώνω (el)
επιχειρηματολογώ (el)
επιχειρώ (el) επιχειρούμαι
επιχορηγώ (el)
επιχρίω (el)
επιχρυσώνω (el)
επιχρωματίζω (el)
επιχωματίζω (el)
επιχωματώνω (el)
επιχώνω (el)
επιχωριάζω (el)
επιψαύω (el)