This "work in progress" is an arbitrary list of Greek verbs together with their chief inflected forms.

 Users are warned — these tables will contain errors

  • Sometimes forms will be listed together, eg under "" forms may be found "-άω" and "-'ιζω" forms.
  • Passive translations, when they differ from the active, may be shown thus: startpass
  †   Indicates that a simple past form is absent or rare, an imperfect form may be shown.
  ‡   Indicates an idiomatic, colloquial or dialect form.
  §   Terms which might be described at 'Older', learned, archaic or Katharevousa.
 ()   Terms in brackets are less common or of disputed existence.
Active
present
English Active
simple past
Passive
present
Passive
simple past
Passive
perfect participle
ελαιοχρωματίζω (el)
ελασματοποιώ (el)
ελαττώνομαι (el)
ελαττώνω (el) reduce, decrease ελάττωσα ελαττώνομαι ελαττώθηκα ελατωμένος
ελαύνω (el) intrigue έλασα, ήλασα
ελαφραίνω (el), αλαφραίνω
ελαφρύνω (el)
ελαφρώνω (el), αλαφρώνω ελαφρώνομαι
ελαχιστοποιώ (el) ελαχιστοποιούμαι
ελέγχω (el) check, control έλεγξα ελέγχομαι ελέγχθηκα, ελέγχτηκα ελεγμένος, ηλεγμένος
ελεεινολογώ (el)
ελεημονώ (el)
ελευθεριάζω (el)
ελευθεροκοινωνώ (el)
ελευθερώνω (el) free, set, free, givebirth ελευθέρωσα ελευθερώνομαι ελευθερώθηκα ελευθερωμένος
ελεώ (el)
ελίσσομαι (el) ελίσσομαι
ελκύω (el) charm, attract έλκυσα, ?είλκυσα ελκύομαι ελκύστηκα ελκυσμένος
έλκω (el) drag, attract είλκα έλκομαι
ελλείπω (el)
ελληνίζω (el)
ελληνογλωττώ (el)
ελλιμενίζω (el)
ελλοχεύω (el)
ελπίζω (el) expect, hope for έλπισα, ήλπισα
εμβάζω (el)
εμβαθύνω (el)
εμβαίνω (el)
εμβάλλω (el)
εμβαπτίζω (el)
εμβολιάζω (el), βατσινάρω vaccinate, graft
εμβολίζω (el) εμβολίζομαι
εμβρέχω (el)
εμίζω (el)
εμμένω (el) abideby, adhereto ενέμεινα
εμπαίζω (el), αναμπαίζω mock, ridicule ενέπαιξα εμπαίζομαι εμπαίχθηκα εμπαιγμένος
εμπεδώνω (el)
εμπεριέχω (el) εμπεριέχομαι
εμπερικλείω (el) contain εμπεριέκλεισα εμπερικλείομαι εμπερικλείστηκα
εμπήγω (el)
εμπίπτω (el)
εμπιστεύομαι (el) trust εμπιστεύομαι εμπιστεύτηκα, εμπιστεύθηκα
εμπλέκω (el) involve ενέπλεξα εμπλέκομαι
εμπλουτίζω (el), μπλέκω εμπλούτισα εμπλουτίζομαι εμπλουτίστηκα εμπλουτισμένος
εμπνέω (el) inflate, inspire ενέπνευσα εμπνέομαι εμπνεύστηκα εμπνευσμένος
εμποδίζω (el), μποδίζω prevent,impede, hinder εμπόδισα, μπόδισα εμποδίζομαι εμποδίστηκα εμποδισμένος
εμποιώ (el)
εμπορευματοποιώ (el) εμπορευματοποιούμαι
εμπορεύομαι (el) εμπορεύομαι εμπορεύτηκα, εμπορεύθηκα
εμποτίζω (el) impregnate, imbue εμπότισα εμποτίστηκα εμποτισμένος
εμπτύω (el)
εμφαίνω (el)
εμφανίζω (el) εμφάνισα εμφανίζομαι εμφανίστηκα εμφανισμένος
εμφατίζω (el)
εμφιαλώνω (el)
εμφιλοχωρώ (el)
εμφορούμαι (el) εμφορούμαι
εμφράσσω (el)
εμφυσώ (el)
εμφυτεύω (el)
εμφωλεύω (el)
εμψεκάζω (el)
εμψυχώνω (el)
εμώ (el)
εναβρύνομαι (el) εναβρύνομαι
εναγκαλίζομαι (el) εναγκαλίζομαι
ενάγω (el)
εναλλάσσω (el)
ενανθρακώνω (el)
ενανθρωπίζομαι (el) ενανθρωπίζομαι
εναντιοδρομώ (el)
εναντιολογώ (el)
εναντιώνω (el) εναντιώνομαι
εναποθέτω (el)
εναποθηκεύω (el)
εναπόκειμαι (el) εναπόκειμαι
εναπομένω (el)
εναρμονίζω (el) εναρμονίζομαι
ενασκώ (el)
ενασμενίζομαι (el) ενασμενίζομαι
ενασχολούμαι (el) ενασχολούμαι
ενατενίζω (el)
ενγαλλίζω (el)
ενδείκνυμαι (el) ενδείκνυμαι
ενδημώ (el)
ενδιαιτώμαι (el) ενδιαιτώμαι
ενδιατρίβω (el)
ενδιαφέρομαι (el)
ενδιαφέρω (el) interest ενδιέφερα ενδιαφέρομαι, ενδιαφέρομαι ενδιαφέρθηκα (ενδιαφερόμενος)
ενδίδω (el)
ενδογενοποιώ (el)
ενδυναμώνω (el)
ενδύω (el)
ενεδρεύω (el)
ενεργοποιώ (el) activate ενεργοποίησα ενεργοποιούμαι ενεργοποιήθηκα ενεργοποιημένος
ενεργώ (el) takesteps, takeplace ενήργησα, ενέργησα ενεργήθηκα
ενέχομαι (el) ενέχομαι
ενεχυριάζω (el)
ενέχω (el)
ενηλικιώνω (el) ενηλικιώνομαι
ενημερώνω (el) update, inform ενημέρωσα ενημερώνομαι ενημερώθηκα ενημερωμένος
ενθαρρύνω (el) encourage ενθάρρυνα ενθαρρύνομαι ενθαρρύνθηκα
ενθέτω (el)
ενθουσιάζω (el) enthuse ενθουσίασα ενθουσιάζομαι ενθουσιάστηκα ενθουσιασμένος
ενθουσιώ (el)
ενθρονίζω (el)
ενθυλακώνω (el)
ενθυμίζω (el)
ενθυμώ (el) ενθυμούμαι
ενιδρύω (el)
ενίσταμαι (el) ενίσταμαι
ενισχύω (el) ενισχύομαι
εννοώ (el) mean εννόησα εννοούμαι εννοήθηκα
ενοικιάζω (el) ενοικίασα ενοικιάζομαι ενοικιάστηκα ενοικιασμένος
ενοικώ (el)
ενοποιώ (el) unify ενοποίησα ενοποιούμαι ενοποιήθηκα ενοποιημένος
ενορχηστρώνω (el) ενορχηστρώνομαι
ενορώ (el)
ενοφθαλμίζω (el)
ενοχλώ (el) annoy ενόχλησα ενοχλούμαι ενοχλήθηκα ενοχλημένος
ενοχοποιώ (el) incriminate ενοχοποίησα ενοχοποιούμαι ενοχοποιήθηκα ενοχοποιημένος
ενσακίζω (el), ενσακκίζω
ενσαρκώνω (el)
ενσκήπτω (el)
ενσπείρω (el)
ενσταλάζω (el)
ενστερνίζομαι (el) ενστερνίζομαι
ενσφηνώνω (el)
ενσωματώνω (el)
εντάσσω (el) place ενέταξα εντάσσομαι εντάχθηκα, εντάχτηκα ενταγμένος
εντατικοποιώ (el)
ενταφιάζω (el)
εντείνω (el)
εντέλλω (el) εντέλλομαι
εντοιχίζω (el)
εντοπίζω (el)
εντρέπομαι (el) εντρέπομαι
εντρίβω (el)
εντροπίζομαι (el) εντροπίζομαι
εντρυφώ (el)
εντυπώνω (el) remember εντύπωσα εντυπώθηκα εντυπωμένος
εντυπωσιάζω (el) impress εντυπωσίασα εντυπωσιάζομαι εντυπωσιάστηκα εντυπωσιασμένος
ενυδατώνω (el)
ενυπάρχω (el)
ενυπνιάζομαι (el) ενυπνιάζομαι
ενώνομαι (el)
ενώνω (el) join ένωσα ενώνομαι
ενωτίζομαι (el) ενωτίζομαι
ενωτικεύω (el)

SourcesEdit