This "work in progress" is an arbitrary list of Greek verbs together with their chief inflected forms.

 Users are warned — these tables will contain errors

  • Sometimes forms will be listed together, eg under "" forms may be found "-άω" and "-'ιζω" forms.
  • Passive translations, when they differ from the active, may be shown in brackets — (ps. start)
  †   Indicates an absent (or rare) simple past form, the imperfect form may be shown instead.
  ‡   Indicates an idiomatic, colloquial or dialect form.
  §   Terms which might be described at 'Older', learned, archaic or Katharevousa.
 ()   Terms in brackets are less common or of disputed existence.
English Active
simple past
simple past
perfect participle
εγγίζω (el),    αγγίζω →,    'γγίζω → touch ήγγισα
εγγλεζοφέρνω (el)
εγγράφω (el) enrol ενέγραψα εγγράφομαι εγγράφηκα, εγγράφτηκα, ενεγράφην§ εγγεγραμμένος§
εγγυοδοτώ (el)
εγγυώμαι (el) (εγγυούμαι) εγγυήθηκα εγγυημένος
εγείρω (el) raise ήγειρα εγείρομαι εγέρθηκα, (ηγέρθην§)
εγκαθιδρύω (el) establish εγκαθίδρυσα εγκαθιδρύομαι εγκαθιδρύθηκα εγκαθιδρυμένος
εγκαθιστώ (el), (εγκατασταίνω) install εγκατέστησα εγκαθίσταμαι εγκαταστάθηκα εγκατεστημένος
εγκαινιάζω (el) εγκαινίασα εγκαινιάζομαι εγκαινιάστηκα
εγκαλλωπίζω (el)
εγκαλώ (el) εγκαλούμαι
εγκαρδιώνω (el)
εγκαρτερώ (el)
εγκαταβιώ (el)
εγκαταβιώνω (el)
εγκαταλείπω (el) εγκατέλειψα εγκαταλείπομαι εγκαταλείφθηκα, εγκαταλείφτηκα εγκαταλελειμμένος, (εγκαταλειμμένος)
εγκατασπείρω (el)
εγκατασταίνω (el), εγκαθιστώ
εγκεντρίζω (el)
εγκιβωτίζω (el)
εγκλείω (el) shut inside, confine ενέκλεισα εγκλείομαι εγκλείστηκα (εγκεκλεισμένος§)
εγκληματώ (el)
εγκλιματίζω (el) εγκλιμάτισα εγκλιματίζομαι εγκλιματίστηκα εγκλιματισμένος
εγκλίνω (el)
εγκλωβίζω (el) εγκλώβισα εγκλωβίζομαι εγκλωβίστηκα εγκλωβισμένος
εγκολλώ (el)
εγκολπώνομαι (el) εγκολπώθηκα (εγκολπωμένος)
εγκρίνω (el) ενέκρινα εγκρίνομαι εγκρίθηκα, (ενεκρίθην§) εγκεκριμένος
εγκυμονώ (el)
εγκύπτω (el) ενέκυψα
εγκυστώ (el)§
εγκωμιάζω (el) εγκωμίασα εγκωμιάζομαι εγκωμιάστηκα εγκωμιασμένος
εγροικώ (el)
εγχαράσσω (el) εγχάραξα εγχαράσσομαι εγχαράχτηκα, εγχαράχθηκα εγχαραγμένος
εγχειρίζω (el)1 operate (medical) εγχείρισα εγχειρίζομαι εγχειρίστηκα εγχειρισμένος
εγχειρίζω (el)2§ give at one's hand ενεχείρισα εγχειρίζομαι εγχειρίσθηκα εγχειρισμένος
εγχειρώ (el) (εγχειρίζω2)
εγχέω (el)§ =εγχύνω ενέχυσα εγχέομαι εγχύθηκα εγκεχυμένος§
εγχύνω (el) = εγχύω έγχυσα εγχύνομαι εγχύθηκα εγχυμένος
— (δέω (el) εδέησα (el), δέησα
εδράζω (el) εδράζομαι
εδραιώνω (el)
εδρεύω (el)
εθελοδουλεύω (el)
εθελοτυφλώ (el)
εθίζω (el)
εθνικοποιώ (el) nationalise εθνικοποίησα εθνικοποιούμαι εθνικοποιήθηκα εθνικοποιημένος
ειδικεύω (el) ειδικεύομαι
ειδοποιώ (el) notify ειδοποιούμαι
ειδωλοποιώ (el)
εικάζω (el)
εικονίζω (el)
εικονογραφώ (el)
εικονοποιώ (el)
εικοτολογώ (el)
ειλωτεύω (el)
είμαι (el)
ειρηνεύω (el)
ειρωνεύομαι (el)
εισαγγελεύω (el)
εισάγω (el) import εισήγαγα εισάγομαι εισάχθηκα (εισήχθην) εισηγμένος§
εισακούω (el) εισάκουσα εισακούομαι εισακούστηκα
εισβάλλω (el) εισέβαλα
εισδύω (el) εισέδυσα
εισέρχομαι (el) εισήλθα
εισέχω (el)§
εισηγούμαι (el) εισηγήθηκα
εισκομίζω (el)§
εισοδιάζω (el)
εισορμώ (el) εισόρμησα
εισπιέζω (el)§
εισπλέω (el) enter port εισέπλευσα
εισπνέω (el) breathe in εισέπνευσα εισπνέομαι εισπνεύστηκα, εισπνεύσθηκα
εισπράττω (el) εισέπραξα εισπράττομαι εισπράχθηκα, εισπράχτηκα (εισπραγμένος)
εισρέω (el) flow in εισέρρευσα
εισροφώ (el)
εισφέρω (el)
εισχωρώ (el)
εκατοστίζω (el)
εκβαθύνω (el)
εκβαίνω (el)
εκβάλλω (el)
εκβαρβαρίζω (el)
εκβαρβαρώνω (el)
εκβιάζω (el)
εκβιομηχανίζω (el)
εκβλασταίνω (el)
εκβλαστάνω (el)
εκβράζω (el)
εκβραχίζω (el)
εκγηπεδώνω (el)
εκγυμνάζω (el)
εκδασώνω (el)
εκδέρω (el)
εκδηλώνω (el) εκδήλωσα, (εξεδήλωσα§) εκδηλώνομαι εκδηλώθηκα εκδηλωμένος
εκδημοκρατίζω (el)
εκδημώ (el)§
εκδίδω (el) publish, issue εξέδωσα εκδίδομαι εκδόθηκα, (εξεδόθην§) (εκδομένος), (εκδεκομένος§)
εκδικάζω (el)
avenge εκδικούμαι (el), εκδικιέμαι,    ανταδικώ → εκδικήθηκα
εκδιώκω (el)
εκδράμω (el)
εκδυτικίζω (el)
εκδύω (el)
εκθαμβώνω (el)
εκθειάζω (el)
εκθεμελιώνω (el)
εκθέτω (el) display εξέθεσα εκτίθεμαι εξετέθην§ εκτεθειμένος
εκθηλύνω (el) εκθήλυνα εκθηλύνομαι εκθηλύνθηκα εκθηλυσμένος
εκθλίβω (el) εξέθλιψα εκθλίβομαι εκθλίφτηκα
εκθρονίζω (el)
εκκαθαρίζω (el)
εκκαλώ (el)
εκκαμινεύω (el)
εκκενώνω (el) εκκενώνομαι
εκκινώ (el)
εκκλησιάζομαι (el)
εκκοκκίζω (el)
εκκολάπτω (el) εκκολάπτομαι
εκκρεμώ (el)
εκκρίνω (el),    απεκκρίνω → excrete, secrete εξέκρινα εκκρίνομαι εκκρίθηκα εκκριμένος
εκκρούω (el) knock out εξέκρουσα εκκρούομαι εκκρούσθηκα
εκλαϊκεύω (el)
εκλαμβάνω (el)
εκλατομώ (el)
εκλέγω (el) elect εξέλεξα εκλέγομαι εκλέχθηκα, εκλέχτηκα, εξελέγην§ εκλεγμένος
εκλείπω (el) become extinct εξέλειψα
εκλεπτύνω (el) εκλέπτυνα εκλεπτύνομαι εκλεπτύνθηκα εκλεπτυσμένος
εκλιπαρώ (el) implore εκλιπάρησα
εκλογικεύω (el) εκλογίκευσα εκλογικεύομαι εκλογικεύτηκα εκλογικευμένος
εκλύω (el) εξέλυσα εκλύομαι εκλύθηκα
εκμαιεύω (el)
εκμανθάνω (el)
εκμαυλίζω (el)
εκμεταλλεύομαι (el) εκμεταλλεύτηκα, εκμεταλλεύθηκα εκμεταλλευμένος
εκμηδενίζω (el) εκμηδένισα εκμηδενίζομαι εκμηδενίστηκα εκμηδενισμένος
εκμηχανίζω (el)
εκμισθώνω (el)
εκμυζώ (el)
εκμυστηρεύομαι (el)
εκναυλώνω (el)
εκνευρίζω (el) εκνεύρισα, εξενεύρισα εκνευρίζομαι εκνευρίστηκα εκνευρισμένος
εκπαιδεύω (el) εκπαίδευσα εκπαιδεύομαι εκπαιδεύτηκα εκπαιδευμένος
εκπαραθυρώνω (el)
εκπαρθενεύω (el)
εκπατρίζομαι (el)
εκπέμπω (el) εξέπεμψα εκπέμπομαι εκπέμφθηκα
εκπηγάζω (el)
εκπίπτω (el) lose εξέπεσα εκπεσμένος
εκπλειστηριάζω (el) εκπλειστηριάζομαι
εκπλέω (el) depart from port εξέπλευσα
εκπληρώνω (el)
εκπλήσσω (el) surprise εξέπληξα εκπλήσσομαι εξεπλάγην§
εκπλήττω (el)
εκπλύνω (el)
εκπνέω (el) εξέπνευσα εκπνέομαι εκπνεύσθηκα, εκπνεύστηκα
εκποιώ (el) εκποίησα εκποιούμαι εκποιήθηκα εκποιημένος
εκπολιτίζω (el)
εκπονώ (el)
εκπορεύομαι (el)
εκπορθώ (el)
εκπορνεύω (el) εκπορνεύομαι
εκπροσωπεύω (el)
εκπροσωπώ (el),    αντιπροσωπεύω → εκπροσωπούμαι
εκπτύσσω (el)
εκπυρσοκροτώ (el)
εκρέω (el)
εκρήγνυμαι (el) εξερράγην§
εκριζώνω (el)
εκσκάπτω (el)
εκσλαβίζω (el)
εκσπερματίζω (el) εκσπερματίζομαι
εκσπερματώνω (el)
εκσπώ (el)
εκστασιάζω (el) εκστασιάζομαι
εκστομίζω (el)
εκστρατεύω (el)
εκσυγχρονίζω (el)
εκσφαλματώνω (el)
εκσφενδονίζω (el)
εκταμιεύω (el)
εκτείνω (el) εκτείνομαι
εκτελώ (el) execute εκτέλεσα, εξετέλεσα εκτελούμαι εκτελέστηκα, εκτελέσθηκα, εξετελέσθην
εκτελωνίζω (el)
εκτεχνικεύω (el)
εκτίθεμαι (el)
εκτιμώ (el), εκτιμάω
εκτιμώμαι (el)
εκτινάσσω (el)
εκτίνω (el), εκτίω serve εξέτισα
εκτίω (el), εκτίνω serve εξέτισα εκτίομαι
εκτοκίζω (el)
εκτονώνω (el) εκτονώνομαι
εκτοξεύω (el)
εκτοπίζω (el)
εκτουρκίζω (el)
εκτραχηλίζομαι (el)
εκτραχύνω (el)
εκτρέπω (el) εκτρέπομαι
εκτρέφω (el)
εκτροχιάζω (el) εκτροχιάζομαι
εκτυλίγω (el)
εκτυλίσσω (el) εκτυλίσσομαι
εκτυπώνω (el) εκτυπώνομαι
εκτυφλώνω (el)
εκφαυλίζω (el)
εκφέρω (el)
εκφεύγω (el)
εκφοβίζω (el)
εκφοβώ (el)
εκφορτίζω (el)
εκφορτώνω (el)
εκφράζω (el) εκφράζομαι
εκφυλίζω (el)
εκφύομαι (el)
εκφωνώ (el)
εκχειλίζω (el)
εκχέομαι (el)
εκχερσώνω (el)
εκχέω (el)
εκχιονίζω (el)
εκχριστιανίζω (el)
εκχυδαΐζω (el)
εκχυλίζω (el)
εκχυμώνομαι (el)
εκχύνω (el) εκχύνομαι
εκχύω (el)
εκχωματίζω (el)
εκχωματώνω (el)
εκχωρούμαι (el)
εκχωρώ (el)