Open main menu
  • Second conjugation verbs: "-άω" forms should generally be found ordered under "".
  • Passive translations, when they differ from the active, may be shown in brackets — (ps. start)
  • Forms in brackets are uncommon or of disputed existence — (αβγατίζομαι).
  †   Indicates an absent (or rare) simple past form, the imperfect form may be show instead.
  ‡   Indicates a dialect or colloquial form.
  §   Terms which might be described at 'Older', learned, archaic or Katharevousa.


English Active
simple past
simple past
perfect participle
θάβω (el) θάβομαι
θαλασσοδέρνω (el) θαλασσοδέρνομαι
θαλασσοκρατώ (el)
θαλασσομαχώ (el)
θαλασσοπνίγομαι (el)
θαλασσοποιώ (el)
θαλασσώνω (el)
θάλλω (el)
θάλπω (el)
θαμάζω (el)
θαμβώνω (el)
θαμπίζω (el)
θαμποφέγγω (el)
θαμπώνω (el)
θανατώνω (el)
θάπτω (el)
θαρρεύω (el)
θαρρώ (el)
θαυμάζω (el) θαυμάζομαι
θαυματουργώ (el)
θάφτω (el)
θεατρίζω (el)
θειαφίζω (el) θειαφίζομαι
θέλγω (el)
θεληματίζω (el)
θελιάζω (el)
θέλω (el) want θέλησα
θεμελιώνω (el)
θεοδρομώ (el)
θεολογώ (el)
θεομαχώ (el)
θεοποιώ (el) θεοποιούμαι
θεοσοφώ (el)
θεραπεύω (el) θεραπεύομαι
θεριακώνομαι (el)
θεριεύω (el)
θερίζω (el) θερίζομαι
θερμαίνω (el) θερμαίνομαι
θερμομετρώ (el)
θερμοπαρακαλώ (el)
θεσιθηρώ (el)
θεσμίζω (el)
θεσμοθετώ (el)
θεσπίζω (el)
θέτω (el) έθεσα
θέω (el)
θεώμαι (el)
θεωρητικολογώ (el)
θεωρητικοποιώ (el)
θεωρώ (el) θεωρούμαι
θηκαρώνω (el)
θηκιάζω (el)
θηλάζω (el)
θηλιάζω (el)
θηλυκώνω (el)
θημωνιάζω (el)
θηρεύω (el)
θησαυρίζω (el) θησαυρίζομαι
θητεύω (el)
θίγω (el) θίγομαι
θλίβω (el) θλίβομαι
θνήσκω (el)
θολώνω (el)
θορυβώ (el) θορυβούμαι
θρασεύω (el)
θρασομανώ (el)
θρασύνω (el)
θραύω (el)
θρέφω (el)
θρηνολογώ (el)
θρηνώ (el) θρηνούμαι
θρηνωδώ (el)
θρησκεύομαι (el)
θριαμβεύω (el)
θριαμβολογώ (el)
θροΐζω (el)
θρομβούμαι (el)
θρομβώνω (el)
θρονιάζω (el) θρονιάζομαι
θροώ (el)
θρύβω (el)
θρυλώ (el)
θρυμματίζω (el) θρυμματίζομαι
θρύπτω (el)
θρυψαλιάζω (el)
θυμάμαι (el), θυμούμαι
θυματοποιώ (el)
θυμιάζω (el)
θυμιατίζω (el) burn θυμιάτισα θυμιατίζομαι
θυμίζω (el) remind θύμισα
θυμούμαι (el)
θυμώνω (el)
θυροκολλώ (el)
θυσιάζω (el) θυσιάζομαι
θύω (el)
θωπεύω (el)
θωρακίζω (el)
θωρώ (el), θωράω